Thursday, April 18, 2013

Με αφορμή τη σφαγή των εργατών στη Μανωλάδα,κάτι από το παρελθόν (ή μήπως το μέλλον;)


Σε λίγες μέρες από σήμερα, στις 20 Απριλίου, είναι η επέτειος της λεγόμενης "σφαγής του Λάντλοου", μιας από τις πιο ιστορικές στιγμές για το παγκόσμιο εργατικό κίνημα (περισσότερες πληροφορίες μπορούν να βρεθούν πχ εδώ και εδώ). Είχα σκοπό να ανεβάσω αυτό το άρθρο τότε, ανήμερα της "επετείου", αλλά τα γεγονότα στη Μανωλάδα με πρόλαβαν, και το ανεβάζω σήμερα, για να θυμηθούμε μερικές "εικόνες από το παρελθόν", που όμως...αντανακλούν άριστα το μέλλον που μας ετοιμάζουν. Ετοιμαστείτε για πολλές τέτοιες μάχες, ώστε αυτή τη φορά να νικήσουμε εμείς, και όχι αυτοί:
***

Το 1914 ανθρακωρύχοι που δούλευαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες ξεσηκώθηκαν όταν ένας συνδικαλιστής σκοτώθηκε το φθινόπωρο του 1913. Οι εργαζόμενοι των ορυχείων CFI, που ανήκαν στην οικογένεια Ροκφέλερ, κατέβηκαν σε απεργία.

Τα αιτήματα των απεργών του Κολοράντο ήταν:
  • η αναγνώριση του συνδικάτου.
  • το οκτάωρο εργασίας.
  • η εκλογή από τους εργάτες των επιστατών.
  • πληρωμή για τις ώρες εργασίας που δεν είχαν άμεση σχέση με την εξώρυξη άνθρακα (π.χ. συντήρηση των υποστυλωμάτων, καθαρισμός των στοών κτλ).
  • αύξηση μισθών.
  • δικαίωμα συναλλαγών σε οποιοδήποτε κατάστημα (έως τότε ήταν αναγκασμένοι να ξοδεύουν τα χρήματά τους μόνο σε καταστήματα που ανήκαν στην εταιρεία).
  • το δικαίωμα επιλογής των γιατρών (τους επέλεγε αναγκαστικά η εταιρεία γα αυτούς - για προφανείς λόγους).
  • επιλογή μέρους κατοικίας (αναγκαστικά στεγάζονταν στις κατοικίες που ενοικίαζε η εταιρεία).
  • εφαρμογή των νόμων περί ορυχείων του Κολοράντο.
Η απεργία προκάλεσε την άγρια αντίδραση της οικογένειας Ροκφέλερ. Προσέλαβε το Πρακτορείο Ντετέκτιβ «Μπάλντουιν-Φελτς», προκειμένου να τρομοκρατήσει τους απεργούς και τη συνδικαλιστική τους ηγεσία. Το Πρακτορείο είχε σπουδαία φήμη σ' όλη την Αμερική για την αποτελεσματικότητά του στην καταστολή απεργιών. Προμήθευσε την εργοδοσία με οπλισμένους φρουρούς, ελεύθερους σκοπευτές, πράκτορες, επαγγελματίες προβοκάτορες, ακόμη μ' ένα τεθωρακισμένο όχημα με πολυβόλο.

το τεθωρακισμένο

Οι επιθέσεις των ανθρώπων της εργοδοσίας ήταν καθημερινό φαινόμενο στις κατασκηνώσεις, που εν τω μεταξύ είχαν στήσει οι απεργοί. Στις 17 Οκτωβρίου 1913 ένας απεργός σκοτώθηκε και δύο παιδιά τραυματίσθηκαν από τους πολυβολισμούς του τεθωρακισμένου οχήματος. Η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο με τους απεργούς να μην υποχωρούν. Στις 28 Οκτωβρίου ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Απέστειλε την Εθνοφρουρά στο Λάντλοου για να επιβάλει την τάξη και να διαλύσει την απεργία.


Η Εθνοφρουρά συνέχισε να κατατρομοκρατεί τους απεργούς, το ηθικό των οποίων χαλυβδωνόταν με την πάροδο του χρόνου. Ύστερα από τρεις μήνες στασιμότητας, ο κυβερνήτης Άμονς αποφάσισε να αποσύρει την Εθνοφρουρά, μη αντέχοντας το κόστος διατήρησής της επί μακρόν στο πεδίο της μάχης. Τότε οι Ροκφέλερ προσφέρθηκαν να επανδρώσουν με δικό τους προσωπικό την Εθνοφρουρά.

Στις 10 Μαρτίου 1914 ένας απεργοσπάστης βρέθηκε νεκρός στις γραμμές του τρένου κοντά στον καταυλισμό των απεργών. Ηταν η αφορμή για τις δυνάμεις καταστολής να ξεκαθαρίσουν μια και καλή την κατάσταση.

Η Εθνοφρουρά με τη νέα της σύνθεση αποφάσισε να ισοπεδώσει τις τεντουπόλεις, αν και ήταν σε χώρο ιδιοκτησίας των ανθρακωρύχων. Επελέγη η κατασκήνωση Λάντλοου, 30 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Τρίνινταντ. Το πρωί της 20ης Απριλίου οι εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ, την ώρα που η ελληνική κοινότητα των ανθρακωρύχων γιόρταζε το Πάσχα με τον πατροπαράδοτο τρόπο.

Οι απεργοί ανταπέδωσαν το πυρ και η μάχη διήρκεσε επί ώρες. Ο ελληνικής καταγωγής συνδικαλιστής Λούης Τίκας, επικεφαλής της κατασκήνωσης, ζήτησε αργά το απόγευμα εκεχειρία από την Εθνοφρουρά. Ο επικεφαλής της, υπολοχαγός Λίντερφελντ, χτύπησε με τον υποκόπανο του όπλου τον Τίκα και τον έριξε στο έδαφος. Τρεις σφαίρες από όπλα εθνοφρουρών βρήκαν στην πλάτη τον πεσμένο συνδικαλιστή και τον αποτελείωσαν, σε ηλικία 30 ετών. Οι εθνοφρουροί επέδραμαν στη συνέχεια στην κατασκήνωση του Λάντλοου και την παρέδωσαν στις φλόγες. 17 άνθρωποι από την πλευρά των ανθρακωρύχων σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα, που έμεινε στην ιστορία ως «Η σφαγή του Λάντλοου».


Φωτογραφία από την πομπή στη κηδεία του Λούη Τίκα

Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα απ' άκρου εις άκρον των ΗΠΑ. Οπλισμένοι εργάτες από παρακείμενα ανθρακωρυχεία κινήθηκαν εναντίον της εθνοφρουράς του Κολοράντο, πολλοί άνδρες της οποίας αρνήθηκαν να χτυπήσουν τους απεργούς. Ομάδες απεργών δυναμίτισαν ανθρακωρυχεία και κατέλαβαν πόλεις του Κολοράντο. Στο Κογκρέσο, ο σοσιαλιστής βουλευτής του Ουισκόνσιν Βίκτωρ Μπέργκερ ζήτησε απ' τους εργαζομένους να πάρουν τα όπλα για να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους.

Η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου. Έπειτα από 10 μέρες συγκρούσεων, ο κυβερνήτης του Κολοράντο, Ιλάιας Άμονς, ζήτησε την συνδρομή του Προέδρου Γούντροου Ουίλσον. Ο ομοσπονδιακός στρατός που εστάλη στην περιοχή αφόπλισε τους απεργούς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα ανθρακωρυχεία χωρίς να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους. Μάλιστα, η εργοδοσία προχώρησε σε εκτεταμένες απολύσεις, αντικαθιστώντας τους απεργούς με μη συνδικαλισμένους εργάτες. Από την Εθνοφρουρά κανείς δεν διώχθηκε για τις επιθέσεις στους απεργούς και τις οικογένειές τους, που στοίχισαν τη ζωή σε 66 ανθρώπους, ηλικίας από 2,5 έως 45 ετών.

Η μάχη αυτή ίσως να χάθηκε, αλλά πάντως, οι εργάτες εκείνοι κέρδισαν με αίμα κατακτήσεις που σήμερα παρουσιάζονται αφελώς ως "ουρανοκατέβατες", "αυτονόητες", ή "δώρο" της άρχουσας τάξης προς τους εργαζόμενους.

Για το τέλος, μερικά αποσπάσματα από την άποψη του  Ροκφέλερ για τα γεγονότα - ο Ρόκφελερ παραδέχεται ωμά και αβίαστα ότι είναι υπέρ του να εκτελεστούν οι εργάτες, παρά να τους επιτρέψει να οργανωθούν σε σωματεία (δε ξέρω αν οι τσιφλικάδες στην Μανωλάδα έχουν πάρει μαθήματα, πάντως δεν είναι τυχαίο ότι τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής ήταν υψηλά εκεί, διότι οι εργοδότες αυτοί θέλουν να τσακίσουν τον εργάτη χωρίς αυτός να βγάζει άχνα):
CHAIRMAN: And you are willing to go on and let these killings take place . . . rather than go out there and see if you might do something to settle those conditions?

ROCKEFELLER: There is just one thing . . . which can be done, as things are at present, to settle this strike, and that is to unionize the camps; and our interest in labor is so profound . . . that interest demands that the camps shall be open [nonunion] camps that we expect to stand by the [Colorado Fuel and Iron Company] officers at any cost. . . .

CHAIRMAN: And you will do that if it costs all your property and kills all your employees?

ROCKEFELLER: It is a great principle.